Όταν ήρθε το μενού κοιταχθήκαμε με απορία. Φαρσί. Στραφήκαμε στον Hamid, που χαμογελούσε.
-Καλά, θα δούμε τι θα πάρουμε. Θέλει κανένας σούπα; Εντάξει, σούπα για όλους. Θέλετε μαγειρευτά, κεμπάπ ή σούβλες (μεγάλα σουβλάκια); Προτείνω να πάρουμε απ’ όλα και να τα δοκιμάσουμε! Επικροτούμε ομόφωνα και εκεί άρχισε η απόλαυση θεσπέσιων εδεσμάτων!
Λίγα λόγια για την Πέρσικη κουζίνα, όπως τη γνωρίσαμε τις μέρες του ταξιδιού μας. Πριν το ταξίδι νόμιζα, πως θα μπούχτιζα στα κεμπάπ και τα πιλάφια. Φυσικά και φάγαμε απλά, μέτρια ή «θεϊκά» κεμπάπ και σχεδόν πάντα καταπληκτικά πιλάφια με ένα τύπο ρυζιού, μακρύκοκκο, σε μια δε περίπτωση πολύ μακρύκοκκο, με κόκκο, που ξεπερνούσε το 1,5 εκατοστό(!!!). Όλα τα πιλάφια είχαν σαφράν ή φρούτα. Και όσο κι αν έτρωγες δεν φούσκωνες(!!).
Αυτά όμως, που μας ενθουσίασαν ήταν τα μαγειρευτά. Καμιά σχέση με Ευρωπαϊκή ή διεθνή κουζίνα. ΠΕΡΣΙΚΗ!! Στην κουζίνα τους χρησιμοποιούν πολύ τα φρούτα, τους ξηρούς καρπούς, τα όσπρια και πολλά μυρωδικά, κάποια εντελώς άγνωστα σε μας, αλλά με καταπληκτική γεύση. Πουθενά δε δεν βρήκαμε τηγανιτά. Ακόμα και μια συνταγή, που θέλει λίγες τηγανιτές πατάτες, δύο φορές, που τη φάγαμε είχε τσιπς του εμπορίου. Όσον αφορά τα κρέατα, κυριαρχεί το αρνί, ακολουθεί το κοτόπουλο και τέλος το μοσχάρι. Δυστυχώς τα ονόματα των φαγητών ήταν πολύ δύσκολο να τα συγκρατήσω.
Φάγαμε λοιπόν ένα κοκκινιστό σε πήλινο με μελιτζάνες, ρεβίθια και λαχανικά. Από πάνω λίγα τσιπς(!!). Δεν πρόσθεταν απολύτως τίποτα και θα μπορούσαν να λείπουν. Ένα άλλο πάλι σε πήλινο, αλλά μακρόστενο αυτό, πάλι κοκκινιστό, είχε μοσχάρι, ντομάτες, πατάτες και ρεβίθια. Το συγκεκριμένο συνοδευόταν από μια λαβίδα και ένα γουδοχέρι(!!!). Το σκεύος ήταν κατάμαυρο, γιατί ψήνεται μέσα στη στάχτη. Γι αυτό και η λαβίδα με την οποία το πιάνεις και αδειάζεις μόνο το ζουμί σε ένα μπολ. Μέσα στο μπολ βάζεις μπόλικο «ψωμί» και αρχίζεις να τρως την «παπάρα» και να γλύφεις τα δάχτυλά σου! Όταν λέμε ψωμί, πρόκειται γι αυτό που λέμε αραβική πίτα, αλλά σε μέγεθος λαγάνας του κιλού! Αφού φάγαμε την παπάρα, με το γουδοχέρι κάναμε μέσα στο πήλινο σκεύος το στερεό περιεχόμενο ένα «πουρέ». Ξανά στο μπολ και με το κουτάλι λίγο στην πίτα και δόξα τον Αλλάχ! Εδώ να πω, πως οι Ιρανοί δεν χρησιμοποιούν μαχαιροπίρουνο, αλλά κουταλοπίρουνο (!!) και τα καταφέρνουν μια χαρά. Άλλωστε δεν έχουν μεγάλα κομμάτια κρέας να κόψουν, μιας και όλα είναι σε σχετικά μικρά ως πολύ μικρά κομμάτια. Οι σαλάτες τους έχουν μια ποικιλία από σαλατικά μέσα και πολλές φορές κάποιο ξηρό καρπό, σταφίδες ή αποξηραμένο ρόδι, το εθνικό φρούτο του Ιράν.

Στο τέλος είχε τσάϊ (τι άλλο;) και κάτι μικρά «τσουρεκάκια». Το ενδιαφέρον ήταν στη ζάχαρη. Έρχεται στο τραπέζι συνοδεύοντας το τσάϊ, σε τρεις μορφές. Οι κύβοι που ξέρουμε, σε λεπτά φυλλαράκια, σα στερεοποιημένη καραμέλα, που κάτι στίγματα μέσα είναι διάφορα μυρωδικά και τέλος σε μια μορφή με κίτρινη καραμέλα σε ένα μικρό ξυλάκι. Ο Hamid και πάλι μας έδειξε τον τρόπο χρήσης των δύο τελευταίων. Τα φυλλαράκια τα βάζεις στο στόμα και πίνεις σιγά το τσάϊ. Το άλλο το βάζεις για λίγα λεπτά μέσα στο τσάϊ, το βγάζεις, το δοκιμάζεις και πάει λέγοντας. Οι Ιρανοί πίνουν παντού τσάϊ και όχι καφέ. Δυστυχώς το τσάϊ τους δεν ήταν αυτό που περίμενα. Σε Lipton’s έφερνε παντού, όπου το ήπιαμε. Επειδή το τσάϊ όταν φτάνει καίει, κάνουν την εξής διαδικασία: Το ποτηράκι είναι πάντα μέσα σε ένα βαθουλό πιατάκι. Χύνουν λίγο τσάϊ στο πιατάκι και πίνουν από εκεί. Αυτό συνεχίζεται μέχρι η θερμοκρασία να είναι ανεκτή, οπότε πίνουν πια από το ποτήρι!
Φυσικά για αλκοόλ ούτε κουβέντα. Νεράκι, αναψυκτικά (η κόκα κόλα είναι στις δόξες της), μπύρα (γερμανική, χωρίς αλκοόλ φυσικά. Αίσχος γεύση!) και αϊράν, το γιαουρτοποτό της ανατολής, αρωματισμένο με μπόλικο δυόσμο. Το τίμησα δεόντως σε αυτό το ταξίδι.
]
Πολλοί γύρω μας κάπνιζαν Shisha (ναργιλές). Εμείς το αφήσαμε για μια άλλη φορά.
Στο τέλος ο λογαριασμός για το λουκούλλειο γεύμα των έξι ανθρώπων ήταν περίπου 57,00 ΕΥΡΩ.