Όπως είπα , μόλις το δεύτερο ταξίδι μας ήταν αυτό και με την εμπειρία του αεροδρομίου της Μπανγκόκ, το προηγούμενο καλοκαίρι , περιμέναμε κάτι καλύτερο. Anyway, αφού φτάσαμε , δε βαριέσαι , λες και θα παντρευτώ το αεροδρόμιο . Η μοναδική μας βαλίτσα δυστυχώς , είχε άλλη άποψη. Σου λέει ... δεν γίνεται κύριε , από τα μικροκαμωμένα χεράκια των Ταϋλανδών , να με ρίχνεις στις χερούλες των Τυνήσιων ...jamais . Θα το εκτιμούσαμε αν μας είχε προειδοποιήσει για αυτές τις ευαισθησίες της , και θα παίρναμε κάποια άλλη βρε αδερφέ , ένα σακ-βουαγιάζ , ένα σεντόνι - μπογαλάκι , κάτι άλλο τέλοςπάντων, αλλά φταίμε κι εμείς , που πας χωρίς να ένα συζητήσεις το ταξιδιωτικό σου πλάνο με όλους όσους πρόκειται να συμμετάσχουν ... ναι , ναι και τη βαλίτσα σου , αμέ. Διαφορετικά δε θα περιμέναμε μπροστά σε έναν άδειο περιστρεφόμενο διάδρομο, μέχρι να τον σταματήσουν και αυτόν για να μας κάνουν να καταλάβουμε ότι... βαλίτσα για σας σήμερα δεν έχει . Το ίδιο πρόβλημα , είχε και ένα ακόμη ζευγάρι του group (για το οποίο έχω να σας πωωωω), κι έτσι δε νιώθαμε σαν τους καταραμένους του Προφήτη . Ο Αι-Φανούρης ήταν εκτός δικαιοδοσίας και έτσι αφήσαμε τον ξεναγό μας (Τυνήσιος αλλά Ελληνοθρεμμένος , με άψογα Ελληνικά και αργκό παρακαλώ) , να κάνει τις απαραίτητες συνεννοήσεις για να καλοπιάσει τη βαλίτσα μας και να την πείσει τελικά να μας κάνει την τιμή και να μας συνοδεύσει για την επόμενη εβδομάδα. Επιβιβαστήκαμε στο πούλμαν , με τα απαραίτητα νεύρα και τα νεύματα συμπάθειας από το λοιπό group, μέσης ηλικίας 70 και λίγα λέω, πλην ενός ζεύγους ιδίας ηλικίας με εμάς και αναπάντεχα ψιλογνωστό (ο γνωστός του γνωστού τω γνωστώ κτλ...) και ξεκινήσαμε , για τη Χαμαμμέτ .