Προσπεράσαμε το Γενί Τζαμί και πήγαμε και πάλι προς την Αγορά των Μπαχαρικών. Στην αρχή δεν μπήκαμε μέσα στο κτίριο αλλά γύρω απ’ αυτό. Δεκάδες τα μαγαζάκια κι εδώ πουλάνε ότι μπορεί να βάλει ο νους.
Είδη μαναβικής, τυριά, αλλαντικά, ψάρια,

μπαχαρικά, ελιές, γλυκά, ξηρούς καρπούς, είδη οικιακής χρήσης, καφέδες και άλλα πολλά, ανακατεμένα και πολύχρωμα!! Από την άλλη μεριά ήταν η αγορά των λουλουδιών και των πουλιών. Από ότι κατάλαβα το παζάρι καταλαμβάνει πολλαπλάσιο χώρο από αυτό του κεντρικού κτιρίου. Γινόταν το αδιαχώρητο! Κυριολεκτικά χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα!! Με τα πολλά αρχίσαμε να βγαίνουμε σιγά-σιγά από το χώρο του παζαριού με σκοπό να χωθούμε ακόμα πιο μέσα στην αγορά. Από την Αγορά των Μπαχαρικών και προς το Τέμενος του Σουλεϊμάν απλώνεται ένα δίχτυ από μικρά δρομάκια γεμάτα καταστήματα και εργαστήρια όλων των ειδών. Κάτι σαν την περιοχή από τη μια και την άλλη της οδού Αθηνάς στην Αθήνα. Σε αυτή την περιοχή υπάρχει ένα εστιατόριο που φτιάχνει το καλύτερο ντονέρ της Πόλης, σύμφωνα με το Blog του Αγγελή (Ο Αγγελής είναι έλληνας που έχει εγκατασταθεί στην Πόλη και ψάχνει για ότι καλύτερο έχει αυτή. Έκανε ιδιαίτερο ρεπορτάζ για το συγκεκριμένο ντονέρ). Είδαμε και πάθαμε να βρούμε το συγκεκριμένο μαγαζί. Χαθήκαμε, ξαναβγήκαμε και τελικά το βρήκαμε την ώρα που έκλεινε (!!). Μας πήγε στο διπλανό του αδερφού του που όμως δεν είχε ντονέρ αλλά πολλά κεμπάπ. Λαϊκό μαγαζί με πολύ νόστιμο φαγητό και στο τοίχο,

πάνω από το κεφάλι μας, ένα Maşâ-âllah (Θαυμαστά τα έργα σου Κύριε!), μάλλον για το «μάτι», να μας συνοδεύει, όσο τρώγαμε(!!). Όλη εκείνη η περιοχή θα μπορούσε να μας κάνει να νοιώσουμε ανασφάλεια, με δεδομένο και την ώρα, αλλά κάτι τέτοιο δε συνέβη ούτε μια στιγμή.
Μετά το φαγητό κατεβήκαμε στον κεντρικό, παραλιακό δρόμο και με ένα ταξί γυρίσαμε στο ξενοδοχείο. Η μέρα ήταν κουραστική και οι επόμενες προβλέπονταν ακόμα περισσότερο. Έτσι μετά από λίγη δουλειά στον υπολογιστή έπεσα ξερός, για την πρώτη μου νύχτα στην ονειρεμένη πόλη!!